Main menu:

ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσική και Κέρκυρα βαδίζουν μαζί στο ταξίδι των αιώνων. Για την Κέρκυρα η μουσική είναι τρόπος έκφρασης και δημιουργίας. Είναι ο ευρωπαϊκός της καθρέπτης αλλά και ένας από τους τρόπους που επηρέασε την ελληνική έντεχνη δημιουργία.

Τις πρώτες πληροφορίες για την μουσική στην Κέρκυρα δίνει ο Όμηρος, στην ραψωδία Ρ της Οδύσσειας. Κατά την παραμονή του Οδυσσέα στο Νησί των Φαιάκων ο βασιλιάς Αλκίνοος οργάνωσε αγώνες προς τιμήν του. Εκεί βρέθηκε ο μυθικός Δημόδοκος όπου με τη λύρα του εξιστόρησε στον Οδυσσέα τα κατορθώματά του.

Ακολούθως, η Κέρκυρα ακολούθησε την ιστορική αλλά και πολιτισμική εξέλιξη του Ελληνισμού. Αποτέλεσε Βυζαντινή κτίση και με τον κατακερματισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ακολούθησε την ατραπό της ξένης προστασίας. Οι κατακτητές αλλεπάλληλοι, άφησαν ο καθένας την σφραγίδα του σε αυτόν τον τόπο που αποτελεί την ένωση της ανατολής με το δυτικό πολιτισμό.

Πρώτη καθοριστική επέμβαση στα πολιτισμικά δρώμενα του νησιού επέφερε ο Κάρολος ο Ανδηγαβός, ο οποίος κατέκτησε την Κέρκυρα το 1267. Μια από τις αποφάσεις του ήταν να καταργήσει τον Ορθόδοξο Μητροπολίτη, να ορίσει Μέγα Πρωτόπαπα και να αναλάβει τον Αρχιεπισκοπικό θώκο της Κέρκυρας λατίνος κληρικός. Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης είναι ο πλήρης εξευρωπαϊσμός της κερκυραϊκής εκκλησίας και η δημιουργία του ιδιώματος της κερκυραϊκής ψαλτικής. Μια μίξη δηλαδή βυζαντινών ήχων με την πολυφωνική νοοτροπία της εποχής. Σύμφωνα με τη σύγχρονη μουσικολογική έρευνα, η πολυφωνία στο εκκλησιαστικό μέλος είχε περάσει, δια μέσω των Επτανήσων, και στον ελλαδικό χώρο αλλά αποσιωπήθηκε λόγω του θρησκευτικού φονταμενταλισμού που επικρατούσε στον κυρίως ελλαδικό χώρο.

Έχοντας λοιπόν το προνόμιο η Κέρκυρα να μη βρίσκεται κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, ανέπτυξε ένα θαυμαστό μουσικό πολιτισμό που βασίστηκε κυρίως στις ανταλλαγές με την κουλτούρα της γειτονικής Ιταλίας, συνδιάστηκε με την ντόπια λαϊκή και εκκλησιαστική μουσική και σχετίστηκε, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, με την όπερα.

Η Επτανησιακή μουσική θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και ως ιστορικό – κοινωνικό φαινόμενο μοναδικό ίσως στον ευρωπαϊκό χώρο. Αρκεί να φανταστεί κανείς ότι στην Κέρκυρα των 30.000 κατοίκων των αρχών του 19ου αιώνα παίζονταν συστηματικά όπερα ήδη από το 1771 πριν καν φτάσει στο νησί το πρώτο τυπογραφείο (με τους Γάλλους το 1798). Η αγάπη για την μουσική σίγουρα ξεκίνησε και καλλιεργήθηκε από μια άρχουσα τάξη με σαφώς μεγαλύτερο αυτοσεβασμό και επίγνωση από την μετέπειτα αντίστοιχη ελληνική. Όμως αυτή, για πολλούς, «αριστοκρατική» συνήθεια αγκαλιάστηκε από τα ευρύτατα λαϊκά στρώματα και έγινε λαϊκό είδος. Έτσι διαμορφώθηκε αστική συνείδηση στην πλατιά μάζα του κόσμου που έστω και με αυτόν τον τρόπο καλλιεργήθηκε πνευματικά.

Για πολλά χρόνια το κέντρο της μουσικής ζωής της Κέρκυρας ήταν το θέατρο San Giacomο η ανοικοδόμηση του οποίου ξεκίνησε το 1663 και προορίζονταν για λέσχη ευγενών (loggia). Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1693 και το 1718 επιτάχθηκε από τον βενετικό στόλο. Το 1720 μετατράπηκε σε θέατρο και από το 1728 πέρασε στην δικαιοδοσία της πόλης παραμένοντας για αυτό υπεύθυνος ο βενετός ναύαρχος.

Το 1733 έγινε η πρώτη παράσταση όπερας με το ανέβασμα της ναπολιτάνικης όπερας Gerone Tiranno di Siracusa (opera seria) σε λιμπρέτο του Aurellio Aurelli και μουσική πιθανόν του J. A. Hasse.

avlaia.jpg Και ενώ δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την χρήση του χώρου κατά την περίοδο 1733-1770, μάλλον χρησιμοποιούνταν για θεατρικές παραστάσεις και κοσμικές συνευρέσεις, από το 1771 ξεκινά μια συνεχής ροή οπερατικων παραστάσεων που κρατά μέχρι το 1893. Την χρονιά εκείνη ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες για την κατασκευή του καινούριου, μεγαλύτερου, δημοτικού θεάτρου αφού λόγω της δημοφιλίας της όπερας το San Giacomo κατέστη μικρό για να καλύψει τις ανάγκες της πόλης.

Η έντεχνη μουσική λοιπόν των επτανήσων ξεκίνησε να καλλιεργείται σε συνθήκες πλήρως εναρμονισμένες με την εποχή της. Η κοντινότερη ολοκληρωμένη μουσική κουλτούρα είναι η ιταλική μουσική που εν πολλοίς είχε κατακτήσει την έννοια της πανευρωπαϊκής μουσικής. Αρκεί να φανταστεί κανείς ότι ο Mozart έγραφε κατά το ιταλικό ύφος και ότι ακόμη και ο Beethoven έχει συνθέσει ιταλικού τύπου τραγούδια!

Συνολικά, μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα ανέβηκαν περίπου 45 κωμικές όπερες από ιταλικούς θίασους ενώ ένα από τα πρώτα έργα γηγενούς συνθέτη που παρουσιάστηκαν ήταν η κωμική όπερα Gli amanti confusi ossia Il brutto fortunato (Οι εραστές σε σύγχυση ή ο τυχερός άσχημος) σε μουσική του Στέφανου Πογιάγου.

Ο Στέφανος Πογιάγος (Stefano Pojago, Μιλανέζος δεύτερης γεννιάς) ήταν ο δάσκαλος του Νικόλαου Xαλικιόπουλου Μάντζαρου (Κέρκυρα 1795 – 1872). Ο Μάντζαρος ήρθε σε επαφή με την τρέχουσα γλώσσα της ιταλικής χερσονήσου μέσω των άλλων δασκάλων του Marchigianno, Moretti και Barbatti. Καθοριστικής σημασίας για την διαμόρφωση του μουσικού ύφους του Μάντζαρου ήταν η επαφή του με τον διάσημο Ιταλό συνθέτη Nicolo Zingarelli το 1823 οπότε και μετέβη στη Nάπολη για σπουδές κοντά του στο Ωδείο San Pietro a Majella. Το μαντζαρικό ύφος είναι ταυτόσημο με αυτό των σύγχρονών του Ναπολιτάνων συνθετών Cimarosa, Rossini, Bellini και Donizetti.nikolaosmantzaros.jpg

Τα γνωστότερα έργα του Μάντζαρου απότελούν οι τρείς μελοποιήσεις του Ύμνου εις την Ελευθερίαν του Σολωμου, του οποίου η πρώτη του μορφή (1828) καθιερώθηκε από το 1865 (ένα χρόνο μετά την ένωση των επτανήσων με την Ελλάδα) ως ο ελληνικός εθνικός ύμνος. Επίσης συνέθεσε μια μονόπρακτη όπερα (Don Crepuscolo, 1815) και διάφορες άριες που αποτελούν τις πρώτες ελληνικές απόπειρες συμφωνικής μουσικής, καντάτες, φούγκες, λατινικές και ορθόδοξες λειτουργίες καθώς και μια ομάδα έργων με τον τίτλο Sinfonias για πιάνο που πιθανότατα προορίζονταν και αυτές για ορχήστρα.

Το 1826 επέστρεψε στην Κέρκυρα και συνέχισε να διδάσκει μέχρι το τέλος της ζωής του. Από αυτόν ξεπήδησε το ρεύμα των συνθετών της επτανησιακής σχολής της οποίας εύλογα θεωρείται γενάρχης. Βέβαια, όπως αποδυκνείεται δεν υπήρξε μόνο ο πρώτος της επτανησιακής σχολής αλλά και ο πρώτος της έντεχνης ελληνικής μουσικής δημιουργίας. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν πολλοί συνθέτες και δάσκαλοι όπως οι Εδουάρδος Λαμπελέτ, Σπυρίδων Ξύνδας, Παύλος Καρρέρ, Ιωσήφ Λιμπεράλης, Αντώνιος Λιμπεράλης κ.α.

Μεταξύ άλλων επιφανών κερκυραίων, το 1840 ο Μάντζαρος συμετείχε στη δημιουργία της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας η οποία αποτελεί το πρώτο μουσικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η ίδρυση της Φιλαρμονικής Εταιρείας εντάσεται στο γενικότερο κλίμα ίδρυσης λεσχών και εταιρειών της εποχής εκείνης αφού με λίγα χρόνια διαφορά ιδρύθηκε η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο ελληνικό μορφωτικό ίδρυμα, 1836) και η γεωπονική εταιρεία.

Αφορμή για την ίδρυση της Φιλαρμονικής Εταιρείας φαίνεται πως έδωσε το διάταγμα της Αγγλικής διοίκησης του νησιού που απαγόρευε στη μπάντα του αγγλικού στρατού που βρίσκονταν στην Κέρκυρα να μετέχει σε θρησκευτικές εκδηλώσεις πλην αυτών του αγγλικανικού δόγματος. Η απόφαση αυτή σήκωσε θύελα αντιδράσεων από τους κατοίκους της Κέρκυρας. Βέβαια αν αυτό το γεγονός στάθηκε αφορμή για την ίδρυση της, η σκέψη στον Μάντζαρο για δημιουργία αστικής μουσικής υπήρχε πολλά χρόνια πριν, ίσως και από την εποχή που σπούδαζε στην Νάπολη δίπλα στον Zingarelli. Υπάρχουν μάλιστα επιστολή του ίδιου του Μάντζαρου προς τον Ιωσήφ Λιμπεράλη, ο οποίος μετέπειτα έγινε ο πρώτος αρχιμουσικός της ορχήστρας πνευστών της Εταιρείας, για την ανάγκη ίδρυσης μιας μουσικής ακαδημίας ή μουσικής σχολής στην Κέρκυρα ήδη από το 1823.

Έτσι η Κέρκυρα απέκτησε μια μουσική ακαδημία στην οποία οι νέοι της Κέρκυρας διδάσκονταν δωρεάν έγχορδα και πνευστά όργανα, πιάνο, φωνητική, ανώτερα θεωρητικά και φούγκα. Επίσης στις δραστηριότητες της Εταιρείας ήταν η συμφωνική ορχήστρα, χορωδία και η ορχήστρα πνευστών αλλά και πολυάριθμα άλλα σύνολα που όπως μας σώζουν πηγές της εποχής, είχαν εντονότατη παρουσία στα καλλιτεχνικά δρώμενα του νησιού. Επίσης δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος ο Μάντζαρος πλήρωνε τα ημερομίσθια των άπορων μαθητών ώστε να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα μαθήματα της Φιλαρμονικής.

Ο Μάντζαρος αποτέλεσε την ψυχή του ιδρύματος στο οποίο δίδαξαν ουκ ολίγοι μαθητές του και αποτέλεσε όχι μόνον την κοιτίδα της επτανησιακής - κερκυραϊκής μουσικής αλλά ήταν η γενεσιουργός αιτία πολυάριθμων αναλόγων μουσικών – μορφωτικών ιδρυμάτων στην Κέρκυρα αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη Φιλαρμονική ταυτίστηκε με την μπάντα στην Ελλάδα ειδικά από την χρονική περίοδο (κυρίως κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα) όπου ατόνισαν οι άλλες δραστηριότητες της Φιλαρμονικής Εταιρείας και επικράτησε σαν κύρια δραστηριότητα η μπάντα και οι σχολές των πνευστών. Σαν ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του Μάντζαρου στην Φιλαρμονική Εταιρεία εξελέγη ισόβιος πρόεδρός της.

Το έργο του Μάντζαρου συνέχισαν επάξια οι μαθητές του οι οποίοι
συνέχισαν τις σπουδές τους στην μουσική στην Ιταλία κυρίως και συνήθως στο ίδιο Ωδείο όπυ φοίτησε ο Μάντζαρος, το San Pietro a Majella της Νάπολης . Η πλειάδα των αξιόλογων συνθετών και δασκάλων που ανέθρεψε μουσικά, εκτός από κάποιες ελαφρότερες μορφές, κατά τεκμήριον περιστασιακές σύμφωνα με τα ήθη της εποχής τους (εμβατήρια, χορούς, ρομάντσες κτλ) δημιούργησαν τέσσερα ήδη υψηλής ποιότητας και αξιώσεων μουσική:

1. Όπερες, με ιταλικά αρχικά λιμπρέτα μέχρι το 1867 οπότε ανέβηκε στο San Giacomo η πρώτη ελληνική όπερα, περίφημη αλλά και δυσεύρετη σήμερα, ο Υποψήφιος Βουλευτής του Σπυρίδωνος Ξύνδα σε λιμπρέτο του Ι. Ρινόπουλου. Μια δημιουργία, που εκτός από την μουσική σημασία που έχει, λειτουργεί και ως μια απογραφή των κοινωνικών πεπραγμένων της εποχής.

2. Μεγάλα χορωδιακά έργα, με συνοδεία πιάνου κυρίως, όπως οι τρεις μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο του σολωμικού Ύμνου εις την Ελευθερία για τετράφωνη ανδρική χορωδία και πιάνο.

3. Μεγάλης έκτασης τραγούδια για φωνή και πιάνο, συχνά σε υψηλή ποίηση, όχι μόνο του Σολωμού, όπως το σονέτο του Πετράρχη Levvomi il mio pensier (Υψώνω τη σκέψη μου) του Μάντζαρου ή το Η αθλία ψυχή καθήμενη του Ξύνδα πάνω στο Τραγούδι της Ιτιάς από το σαιξπηρικό Οθέλλο (Δ’ πράξη, σκ. 3) κ.α.

4. Εισαγωγές για ορχήστρα, που κατά τα πρότυπα του 18ου αιώνα ονομάζονται ακόμη Sinfonias που ακόμα χρησιμοποιείται, εξελληνισμένο σαν συμφωνία για λόγους γλωσικής ευκολίας, παρ’ όλο που γνωρίζουμε ότι πρόκειται για συνθέσεις με φόρμα σονάτας σε ένα μόνο μέρος.

spyridonxyndas.jpgΟ Σπυρίδων Ξύνδας (Κέρκυρα 1812 ή 1814 – Αθήνα 1896) ήταν μαθητής του Μάντζαρου και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στην Νάπολη. Από τους κυριότερους εκπρόσωπους της επτανησιακής σχολής, είχε σημαντική συμβολή στην νεοελληνική έντεχνη δημιουργία όχι μόνο λόγω της όπεράς του Ο Υποψήφιος Βουλευτής. Ήταν σημαντικός δάσκαλος και σπουδαίος κιθαρίστας. Μεταξύ των μαθητών του ήταν και ο Σπύρος Σαμάρας, ο Διονύσιος Ροδοθέατος, ο Γεώργιος Τοπάλης, ο Δημήτριος Ανδρώνης.

Έγραψε πολλά έργα για κιθάρα αλλά και τραγούδια, καντάδες και όπερες σε ιταλικά και ελληνικά λιμπρέτα. Η όπερά του ο Υποψήφιος Βουλευτής, η πρώτη όπερα με ελληνικό λιμπρέτο από Έλληνα συνθέτη είναι διανθισμένη με φολκλορικά στοιχεία από την επτανησιακή παράδοση. Μετά την «πρώτη» στο San Giacomo (1867) ακολούθησαν πολλές παραστάσεις με μεγάλη επιτυχία. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο εξωαστικό περιβάλλον της Κέρκυρας το 1857.

Δυστυχώς η όπερα αυτή, παρ’ όλη την μουσική αλλά και ιστορική της αξία δεν παίζεται σήμερα. Είναι ένα ιστορικό χρέος όμως όλων μας να βρεθεί και να ξανανεβεί.

Πολλά από τα έργα του κάηκαν κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της Κέρκυρας τον Σεπτέμβριο του 1943. Η οπερατική του εργογραφία, πέραν του Υποψήφιου Βουλευτή, αποτελείται από τις όπερες Anna Cuinter (1855), Il Conte Giuliano (1857), ο Νεόγαμπρος (1877), I due Pretendenti (1878).

Η χρονική συγκυρία για την Κέρκυρα ήταν ευτυχής. Διοικητικό, στρατιωτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο τόσο κατά τη διάρκεια των διάφορων δυτικών περιόδων ήδη από τον 12ο αιώνα (Φράγκοι, Νορμανδοί, Σταυροφόροι, Ανδηγαυοί, Βενετοί, Γάλλοι δημοκρατικοί και αυτοκρατορικοί, Ρώσοι, Άγγλοι) όσο και ως πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους της Επτανήσου Πολιτείας (η πρώτη ελληνική ανεξάρτητη συντεταγμένη πολιτεία) το νησί αποτελούσε ένα πνευματικό και πολιτισμικό χωνευτήρι.

Τα Επτάνησα ήταν η μοναδική περιοχή του Ελλαδικού χώρου που ανέπτυξε αστικό πολιτισμό. Εκτός από τις μεγάλες μουσικές προσωπικότητες το νησί λάμπρυναν με την παρουσία τους ανά τις διάφορες χρονικές περιόδους τεράστιες προσωπικότητες όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Πέτρος Βράιλας – Αρμένης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Γεώργιος Θεοτόκης, ο Γεράσιμος Μαρκοράς, ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Γιάννης Χρόνης και τόσοι άλλοι.

Άνετα συμπαιρένει κανείς ότι δεν ήταν μόνο η μουσική το κέντρο του επτανησιακού (κερκυραϊκού) πολιτισμού. Άνθισαν όλες οι μορφές των τεχνών (γλυπτική, ζωγραφική, λογοτεχνία) ώστε πλέον να μην μιλάμε μόνο για ένα μουσικό ρεύμα αλλά και μια γενικότερη πολιτισμική τάση!

Ήδη από το 1656 ιδρύθηκε από τον Φλαγγίνο το πρώτο φιλολογικό φροντιστήριο με πρύτανη τον Γρηγόριο Γρήττη με την επωνυμία Ακαδημία των Εξησφαλισμένων (Academia degli Assicurati) όπου και διδάσκονταν ιατρική, νομολογία και θρησκευτικά. Διάδοχός της υπήρξε η Ακαδημία των Γονίμων ή Εύκαρπων (Αcademia dei Fertili). Το 1732 ιδρύθηκε η Ακαδημία των Περιπλανώμενων (Quos Phoebus vocat Errantes). Μετά την βενετική παρουσία και την κατάληψη της Επτανήσου από τους Γάλλους (1797) ιδρύθηκε η Ιονική Ακαδημία σαν ένα ινστιτούτο φυσικομαθηματικών και πολιτικών επιστημών. Με την ενίσχυση των Γάλλων και με πρωτοβουλία του γλύπτη – ζωγράφου Προσαλένδη, ιδρύθηκε η Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία σπούδασαν αξιόλογοι καλλιτέχνες όπως ο Ι. Καλοσγούρος, ο Γιαλινάς κ.α.

Το πραγματικά σπουδαιότερο από τα πνευματικά ιδρύματα που δόξασε πραγματικά την Κέρκυρα ήταν η Ιόνιος Ακαδημία την οποία ίδρυσε ο φιλέλληνας λόρδος του Guilford Φρειδερίκος Νόρθ (Frederic North, 5th Earl of Guilford, 1766 – 1827). Σ’ αυτήν καθιερώθηκε για πρώτη φορά η ελληνική γλώσσα και λειτουργούσαν τέσσερις σχολές για 40 ολόκληρα χρόνια (1824 – 1864). Το πνευματικό αυτό ίδρυμα θεωρείται το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο και ανέδειξε τους πνευματικούς πυρήνες που έθεσαν την ιδεολογική βάση της ελληνικής παλιγεννεσίας και δόξασαν το αναγεννόμενο ελληνικό κράτος.

Ο αγώνας για την εθνική παλιγεννεσία, η ελληνική επανάσταση, δεν άφησε ασυγκίνητους τους συνθέτες της επτανησιακής σχολής. Εκτός από τις τρεις μελοποιήσεις του Ύμνου εις την Ελευθρία του Σολωμού από τον Μάντζαρο υπάρχει μια πλειάδα, κυριώς οπερατικών, έργων με θέμα ή επιρροές από την ελληνική επανάσταση. Μ’αυτόν τον τρόπο οι κερκυραίοι, και επτανήσιοι εν γένει συνθέτες, δείχνουν την εθνική επαγρύπνιση που υπάρχει στα Επτάνησα. Παρά το γεγωνός ότι η Κέρκυρα ήταν πρωτεύουσα ανεξάρτητου κράτους υπήρχε αναβρασμός που συχνά κατέληγε σε σοβαρά επεισόδεια μεταξύ του Αγγλικού στρατού και του κόσμου που επιζητούσε την εθνική αποκατάσταση.

Στα έργα τους οι συνθέτες της επτανησιακής σχολής είχαν εντάξει ελληνικούς ήχους από πολύ νωρίτερα. Ο απελευθερωτικός αγώνας, το κλίμα του ρομαντικού εθνικισμού και του φιλελληνισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη έδωσε το έναυσμα να δηλώσουν και αυτοί την εθνική τους συνείδηση και να βοηθήσουν από την πλευρά τους τον αγώνα. Είναι τόσο έντονο το ελληνικό χρώμα στα οπερατικά και όχι μόνον έργα της εποχής όπου γνωστότατα αποσπάσματά τους περνιόνται ακόμα και για δημοτικά τραγούδια.

Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα αποτελεί η όπερα Κυρά Φροσύνη του Παύλου Καρρέρ (Ζάκυνθος 1829 – 1896) η οποία αφιερώθηκε στο βασιλικό ζεύγος Όθωνα και Αμαλία. Στην όπερα Μάρκος Μπότσαρης του Παύλου Καρρέρ ανήκει επίσης η γνωστότατη άρια ο Γέρο – Δήμος (εγέρασα μωρές παιδιά…) σε ποίηση Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, που για πολλά χρόνια στην συνείδηση του κόσμου θεωρούνταν ως δημώδες άσμα!

Ο Παύλος Kαρρέρ γεννήθηκε και ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές στην Ζάκυνθο. Ακολούθως μετέβη στην Κέρκυρα για να σπουδάσει δίπλα στον Μάντζαρο. Η Ευρωπαϊκή του περιπλάνηση ξεκίνησε το 1842. Το 1850 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο για περεταίρω μουσικές σπουδές δίπλα στους Bosserone, Tassistri και Winter.

Ο Παύλος Καρρέρ εξελίχθηκε σε έναν δημοφιλέστατο συνθέτη όπερας του 19ου αιώνα. Συνέθεσε τραγούδια και όπερες εμπνευσμένες από την πρόσφατη αλλά και την αρχαία ελληνική ιστορία. Είχε την τύχη να δει να ανεβαίνουν στο θέατρο Carcano του Μιλάνο τις όπερές του Dante e Beatrice, Isabella d’ Aspeno και Redivia με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία. Με την επιστροφή του στη Ζάκυνθο το 1857 συνέχισε να γράφει όπερες με κυριότερες τις: Μάρκος Μπότσαρης (1861), Κυρά Φροσύνη (1868), Δέσπω (1875), Μαραθών – Σαλαμίς (1888). Το μουσικό στυλ του Καρρέρ ήταν πλήρως εναρμονισμένο με την μουσική γλώσσα της Ιταλίας στην οποία εκείνη την εποχή μεσουρανούσε το άστρο του Giuseppe Verdi.

Η επτανησιακή σχολή, με όλες της τις εκφράσεις (μουσική, θέταρο, λογοτεχνία, ζωγραφική) καθώς και οι μεταρυθμίσεις της αγγλικής προστασίας (ελευθεροτυπία και ελευθερία του λόγου στην Ιόνια Βουλή, ελεύθερες βουλευτικές εκλογές με μεγαλύτερο ποσοστό εκλογέων) αναπτέρωσαν το εθνικό φρόνημα. Το ριζοσπαστικό κύρηγμα υπέρ της ενώσεως με το ελληνικό βασίλειο δεν άργησε να υπερισχύσει.

Έτσι την 21η Μαΐου του 1864 αποχώρησε η βρετανική φρουρά και υψώθηκε η ελληνική σημαία στα φρούρια της Κέρκυρας. Η Κέρκυρα ανέλαβε αμέσως εθνική δράση. Στην εξωτερική αντιπροσωπεία του έθνους ένας Κερκυραίος πολιτευτής, ο Πέτρος Βράιλας προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην πολιτεία, αντιπροσωπεύοντας την Ελλάδα στις μεγάλες δυνάμεις, όταν ρυθμίζονταν τα σπουδαία ζητήματα των εθνικών συμφερόντων.

Η τέχνη και η μουσική δεν έμεινε ανενεργή. Νέες προσωπικότητες ξεπήδησαν και συνέχισαν τα επιτεύματα των προκατόχων τους, με νεωτεριστικές τάσεις που έφερναν από την Ευρώπη. Η μουσική δεν έπαψε ποτέ να γεφυρώνει την Κέρκυρα με τα ευρωπαϊκά ρεύματα. Οι συνθέτες παρασυρόμενοι από την τάση της εποχής εισαγάγουν τα κεντροευρωπαϊκά, κυρίως γερμανικά, μουσικά ρεύματα ενώ παρατηρείται μια στροφή από την όπερα στην συμφωνική μουσική που εκφράστηκε κυρίως με συμφωνικά ποιήματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Διονύσιου Ροδοθεάτου (1849 – 1892). Μαθητής και αυτός του Ξύνδα και του Μάντζαρου, συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο της Νάπολης και ταξίδεψε στην Aυστρία και στη Γερμανία με αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή με τη συμφωνική μουσική των χωρών αυτών. Τα συμφωνικά του ποιήματα Lo Cid (1868) και Atalia, στα πρώτυπα του Liszt, ξεφεύγουν από το ιταλικό ιδίωμα που χαρακτήριζε την μουσική των προγενέστερων. Οι αρμονίες και τα ηχοχρώματα που χρησιμοποιεί θυμίζουν τα ανάλογα των Mendelssohn και Schumman ενώ συχνή είναι και η χρήση των εξαγγελτικών μοτίβων στα πρότυπα του Wagner. Ήταν τέτοια η σχέση του με την γερμανική μουσική που θεωρούνταν αυθεντία του Βαγκνερισμού στην Ελλάδα. Επίσης συνέγραψε το πρώτο εγχειρίδιο αρμονίας στην ελληνική γλώσσα, με τίτλο Πραγματεία θεωρητική και πρακτική περί αρμονίας το οποίο εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1886.

Με έναν από τους ύστερους εκπροσώπους της, η Επτανησιακή Σχολή γνώρισε την διεθνή αναγνώριση. Ο Σπυρίδων – Φιλίσκος Σαμάρας (Κέρκυρα 1861 – Αθήνα 1917) ξεκίνησε την μουσική κοντά στον Σπυρίδωνα Ξύνδα, συνέχισε στην Αθήνα με τον Ενρίκο Στακαμπιάνκο και συνέχισε και ολοκλήρωσε τις μουσικές σπουδές του στο Παρίσι, όπου μετέβη το 1882. Δίπλα σε κολοσιαία ονόματα της εποχής, τους Leo Delibes, Charles Gounod και Theodore Dubois γνώρισε το γαλλικό μουσικό ιδίωμα. Ήρθε σε επαφή με τον ρεαλισμό του Εμίλ Ζολά, πρόδρομο του ιταλικού βερισμού του οποίου ο Σαμάρας θεωρείται πρωτεργάτης πλάι στους Leoncavallo, Mascagni και Puccini.

samaras-small.JPGΑπό το 1886, οπότε και ανέβηκε με τρομακτική επιτυχία στο Μιλάνο η τρίπρακτη όπερά του Flora Mirabilis, ταξιδεύει διαρκώς σε πολλές ιταλικές και ευρωπαϊκές πόλεις, συνδέεται με τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής του και το έργο του γνωρίζει θριαμβευτικές επιτυχίες στις εγκυρότερες σκηνές της Ευρώπης. Ακολουθούν 1888 Ρώμη Medge, 1891 Μιλάνο Λιονελλα και το 1894 εγκαινιάζει το Theatro Lirico Internazionale του Μιλάνο με την όπερά του Martire. Πάλι στο Μιλάνο πρωτοπαίζονται οι όπερες του La Furia Donata (1895) και Storia dAmore (1903). To 1905 ανεβαίνει στη Γένοα η Mademoiselle de BelleIsle, που επαναλαμβάνεται έπειτα πολλές φορές σε άλλα θέατρα της Ιταλίας και στο Παρίσι.

Τέλος το 1908 πρωτοπαίχτηκε στη Φλωρεντία η Rhea, η υπόθεση της οποίας διαδραματίζεται στην μεσαιωνική Χίο, περίπου το 1400. Μια όπερα με έντονο ελληνικό στοιχείο, όπως η παράθεση του τραγουδιού Καράβι ένα από τη Χιό, η χρήση «εξωτικών» τροπικών κλιμάκων καθώς και ιδιάιτεροι ηχοχρωματικοί συνδυασμοί, όλα άριστα περιπλεγμένα με την ενορχηστρωτική μαεστρία του Σαμάρα.

Η μουσική του συνδυάζει αρμονικά το γαλλικό ιμπρεσιονισμό με τον ιταλικό βερισμό αλλά και στοιχεία της γερμανικής όπερας όπως η ατέρμονη μελωδία και τα εξαγγελτικά μοτίβα. Η ορχηστρική γραφή του Σαμάρα παραπέμπει σε πολλά της σημεία στις σελίδες των ορχηστρικών τραγουδιών του Mahler ενώ η φωνητική γραμμή είναι πάντα καθαρή και θεατρική.

Η θριαμβευτική επιτυχία της Flora Mirabilis επαναλαμβάνεται το 1889 στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια των εορτών, που έλαβαν χώρα στο θερινό ανάκτορο του Mon - Repos για τους γάμους του διαδόχου Κωνσταντίνου με την πριγκίπισσα της Πρωσίας. Ήταν τέτοια η επιτυχία της όπερας όπως μας λένε διηγήσεις, που οι Κερκυραίοι εξιστορούν ακόμα και σήμερα για να δείξουν την αγάπη τους στο πρόσωπο του συνθέτη, και αναφέρουν ότι τον περιέφεραν ως ήρωα στην πόλη πριν καταλήξει στο κτίριο της Φιλαρμονικής Εταιρείας όπου και τιμήθηκε.

Το 1911 επαναπατρίζεται και ανεβάζει στο τότε Δημοτικό Θέατρο Αθηνών τη Flora Mirabilis. Ακολούθησε ένας νέος κύκλος συνθέσεων που πριλαμβάνει τα Επινίκια για βαρύτονο και ορχήστρα σε ποίηση Γ. Δροσίνη και οπερέτες όπως Πόλεμος εν πολέμω (1914), η Πριγκίπισσα της Σάσσωνος (1915) και η Κρητικοπούλα (1916). Εμπνευσμένα από το κλίμα της εποχής και τους Βαλκανικούς Πολέμους, μπορεί η επιτυχία τους να μην φτάνει τα πρώτερα έργα του αλλά σ’ αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί η έλλειψη κάθε μελοδραματικής παράδοσης στην Αθήνα αλλά και η ανυπαρξία ποιοτικών μελοδραματικών θιάσων.

Η μεγαλοφυΐα του Σαμάρα και το πηγαίο ταλέντο του είναι τέτοιο ώστε να υποστηρίζεται ότι η γνωστή άρια γέλα παλιάτσο της γνωστότατης βεριστικής όπερας του Leoncavallo I Pagliacci έχει τέτοιες επιρροές από την μουσική του Σαμάρα ώστε να θεωρείται πιστή αντιγραφή της ρομάντσας από την Lionelle.

Πριν το τέλος της ζωής του ο Σαμάρας ανακυρήχθηκε, το 1916, Πρόεδρος της Πρώτης Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών ενώ από πριν υπήρχαν σκέψεις να του ανατεθεί η διεύθυνση του Ωδείου Αθηνών. Κύκνειο άσμα του Σαμάρα ήταν η ημιτελής όπερα Tigra με την οποία καυτηρίαζε τα κοινωνικά δρώμενα των Αθηνών της εποχής του και το συντηριτισμό της Ελλαδικής Εκκλησίας που αποτελούσε τροχοπέδη για την πολιτιστική, και όχι μόνον, ανάπτυξη.

Η συνεισφορά των κερκυραίων – επτανησίων μουσικών, δασκάλων και συνθετών στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της σύγχρονης εποχής, Αθήνα 1896, ήταν σημαντικότατη. Τα ονόματα των αδελφών Κάισαρη, Σπυρίδωνος και Ιωσήφ, του Διονυσίου Λαυράγκα και του μεγάλου Σπύρου Σαμάρα που συνέθεσε τον Ολυμπιακό Ύμνο, σε ποίηση του Κωστή Παλαμά, μεσουράνησαν στα μουσικά δρώμενα των εορτών για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο Διονύσιος Λαυράγκας (1864 – 1941) από την Κεφαλονιά, ήταν από τους πρώτους έλληνες συνθέτες που έγραψαν μουσική για τον κινηματογράφο (Το Δακτυλίδι του Πιερότου, 1918), είχε αναλάβει την μουσική προετοιμασία για τους αγώνες. Ο Σπυρίδων Σαμάρας διεύθυνε τον Ολυμπιακό Ύμνο που συνέθεσε ο ίδιος και εκτέλεσαν κατά την τελετή έναρξης η Φιλαρμονική της Φρουράς των Αθηνών και οι Φιλαρμονικές των Αθηνών, του Λαυρίου, των Πατρών, της Κεφαλονιάς, της Λευκάδας και της Ζακύνθου. Τραγούδησε η πολυμελής χορωδία της Φιλαρμονικής Αθηνών.

Οι αδελφοί Ιωσήφ και Σπυρίδων Καίσαρης ήταν μαθητές του Μάντζαρου και στρατιωτικοί μουσικοί. Ο Ιωσήφ Κάισαρης (Κέρκυρα 1845 – Αθήνα 1923), που χαρακτηρίστηκε ως ο Έλλην Johann Strauss, αποφοίτησε από τις σχολές της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας το 1864 αποσπώντας χρυσό αριστείο. Συνέχισε τις σπουδές του στην Νάπολη, στο Ωδείο San Pietro a Majella όπου και λέγεται ότι στις διπλωματικές του εξετάσεις τον συνεχάρη ο ίδιος ο G. Verdi.

Το 1872 ανέλαβε ως αρχιμουσικός την Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας και το 1909 έγινε λοχαγός – γενικός επιθεωρητής μπαντών ενώ διεύθυνε την μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Αθηνών. Συνέθεσε μουσική για μπάντα, επιθεωρήσεις, συμφωνίες, θούρια, βαλς, πόλκες, ύμνους και εμβατήρια. Το 1894 με τον Θ. Πολυκράτη έγραψε την μουσική της πρώτης ελληνικής επιθεώτησης. Το συμφωνικό ποίημά του Η μάχη των Δερβενίων στάλθηκε στο Παρίσι από την επιτροπή της Έκθεσης του Ζαππείου και πήρε το πρώτο βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό από Ελλανοδίκη Επιτροπή με πρόεδρο τον Leo Delibes. Το 1896 πήρε μέρος στην πρώτη Ολυμπιάδα ως επικεφαλής της ενωμένης φρουράς των Αθηνών και συνέθεσε το θούριο Νενικήκαμεν για τον νικητή του πρώτου Ολυμπιακού Μαραθωνίου. Πέθανε στην αθήνα το 1923.

Ο Σπυρίδων Καίσαρης (Κέρκυρα 1857 -1946) μαθήτευσε αρχικά και αυτός κοντά στον Μάντζαρο και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του στη Γαλλία. Το 1888 έγινε αρχιμουσικός του πυροβολικού και το 1892 διορίστηκε καθηγητής πνευστών οργάνων στο Ωδείο Αθηνών. Αναδιοργάνωσε τις ελληνικές μπάντες με βάση το γαλλικό πρώτυπο και οργάνωσε τις φιλαρμονικές των Αθηνών, του Πειραιά, της Σύρου και της Ζακύνθου. Έγραψε έργα για συμφωνική ορχήστρα και ορχήστρα πνευστών, εμβατήρια, μουσική για κωμειδύλλια, οπερέτες κλπ.

Στις εορτές συμμετείχαν από την Κέρκυρα η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και η νεοσύστατη Φιλαρμονική Εταιρεία «Μάντζαρος». Η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος ιδρύθηκε επίσημα το 1890 (8 Νοεμβρίου). Στην συνείδηση του κερκυραϊκού λαού καθιερώθηκε ως μπλέ λόγω του ότι στη στολή της φέρει τα ελληνικά χρώματα μπλε και άσπρο.

Πρόγονός της ήταν ο Ψυχαγωγικός Συνεταιρισμός, ο οποίος λειτουργούσε ήδη από το 1888 και του οποίου ιδρυτές ήταν διάφοροι νέοι της εποχής. Το καλοκαίρι του 1890 τα μέλη αυτού οργανισμού παρακινημένα από την αγάπη τους για τη μουσική αποφάσισαν να του δώσουν επίσημη υπόσταση με τη δημιουργία ενός επίσημου σωματείου. Μετά από αλλεπάλληλες συνεδριάσεις το σωματείο αυτό πήρε την τελική ονομασία Φιλαρμονική Εταιρεία “Μάντζαρος”, τιμώντας έτσι το έργο του ομώνυμου Κερκυραίου συνθέτη και μουσικοπαιδαγωγού. Πρώτος αρχιμουσικός της Εταιρείας ορίστηκε ο Αναστάσιος Ρινόπουλος.

Η μετεξέλιξη του άτυπου εκείνου σωματείου σε Φιλαρμονική Εταιρεία επέφερε και άμεσες αλλαγές ως προς τον προσανατολισμό του και τους σκοπούς του. Έτσι δημιουργήθηκαν σχολές εκμάθησης θεωρητικών και οργάνων, αλλά και ορχήστρα πνευστών (μπάντα), ενώ αποκλειστικός σκοπός του έγινε πλέον η διδασκαλία και η διάδοση της μουσικής. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα εκτός από σχολές θεωρητικών, πνευστών και κρουστών διέθετε επίσης και σχολές εγχόρδων, ωδικής και πιάνου. Σε ότι αφορά τα μουσικά σύνολα της Φ.Ε.Μ. εκτός από την ορχήστρα πνευστών διέθετε κατά καιρούς ορχήστρα εγχόρδων, μικτή ορχήστρα και χορωδία.

Από τα πρώτα βήματα του σωματείου, αλλά και από τη μετέπειτα πορεία του διαφαίνεται ένας σαφής φιλολαϊκός και προοδευτικός προσανατολισμός. Διατηρεί θίασον προς ψυχαγωγίαν της εργατικής τάξεως, ευνοεί την εισαγωγή στις τάξεις της ατόμων από τα εργατικά στρώματα (1893), προσφέρει δωρεάν φοίτηση και όργανα στους μαθητές της, προσφέρει επίσης και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους μουσικούς της και δέχεται πρώτη στις τάξεις της κορίτσια (1954).

Μεταξύ των προσωπικοτήτων που προσέφεραν στην Φιλαρμονική «Μάντζαρος» σημαντικοί άνθρωποι της κερκυραϊκής μουσικής σκηνής όπως ο Αλέξανδρος Γκρεκ, ο Μιχαήλ Μάστορας, ο Λεωνίδας Ραφαήλοβιτς, ο Σπυρίδων Δουκάκης, ο Σωτήριος Κρητικός, ο Αλέξανδρος Δενάρδος κ.α. Η σύγχρονη ιστορία της Φιλαρμονικής «Μάντζαρος» φέρει τη σφραγίδα του επί 46 έτη αρχιμουσικού της Στέφανου Δολιανίτη.

Τον Ιούνιο του 1894 ιδρύθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το Ωδείον Κερκύρας, το δεύτερο παλαιότερο στην Ελλάδα μετά το Ωδείο Αθηνών. Με σκοπό της ίδρυσής του την ποιοτική διδασκαλία των εγχόρδων και της φωνητικής – εκκλησιαστικής μουσικής το Ωδείον Κερκύρας για 113 συναπτά έτη προσθέτει τη δική του ποιοτική πινελιά στα μουσικά πράγματα της νησιού.

Στις δραστηριότητές του, τόσο κατά το παρελθόν όσο και σήμερα, τα διάφορα ορχηστρικά σχήματα, κυρίως εγχόρδων δίνουν το δυναμικό παρών παρ’ όλες τις κατά καιρούς δυσκολίες. Χαρακτηριστικές παραμένουν οι συναυλίες της συμφωνικής ορχήστρας του Ωδείου Κερκύρας τη δεκαετία του ’60 υπό τη διεύθυνση του τότε διευθυντή του, διάσημου αρχιμουσικού και συνθέτη Σπύρου Δουκάκη.

Η παρουσία της συμφωνικής ορχήστρας του Ωδείου Κερκύρας συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Κίμωνα Χυτήρη, διευρύνοντας τις δραστηριότητές της με μετακλίσεις διάσημων ελλήνων καλλιτεχνών όπως ο Μάριος Λέκκας, η Μαρία Φαραντούρη, καθηγητών όπως ο Θόδωρος Αντωνίου αλλά και τη δημιουργία συνεργασιών με ανάλογους φορείς του εξωτερικού όπως το Παρισινό Ωδείο St. Genevieuve du Bois. Στις τάξεις του σήμερα διδάσκονται έγχορδα και πνευστά όργανα, παραδοσιακά όργανα, πιάνο καθώς επίσης λειτουργούν σχολη φωνητικής, ανωτέρων θεωρητικών, σύνθεσης και διεύθυνσης ορχήστρας.

Στην Κέρκυρα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου δεσπόζουν οι φιγούρες μεγάλων μουσικών όπως του Δημήτριου Ανδρώνη, του Σωτήριου Κρητικού, του Αλέξανδρου Γκρεκ, του Γεράσιμου Ρομποτή και του Σπυρίδωνα Δουκάκη. Με την ιδιαίτερη μουσική τους προσωπικότητα απέδειξαν ότι ο μουσικός κόσμος της Κέρκυρας μπορεί να ανταπεξέλθει στις αλλαγές και στα νέα κοινωνικά - πολιτισμικά δεδομένα που διαμορφώνονται, και συχνά παίρνουν τραγικό χαρακτήρα, στην Ελλάδα και την Ευρώπη του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.

Ο Δημήτριος Ανδρώνης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1865. Μελέτησε μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας με δάσκαλο τον Σπ. Ξύνδα. Το 1881 μετέβη στην Νάπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, τις οποίες ολοκλήρωσε το 1887. Συνέχισε να μορφώνεται μουσικά στην Βασιλική Ακαδημία της Μπολόνια ενώ είχε ήδη ξεκινήσει τις πρώτες του εμφανίσεις ως συνθέτης και πιανίστας.

Το 1890 ανέλαβε τη θέση του τεχνικού συμβούλου της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και το 1892, μετά το θάνατο του Δομένικου Παδοβάνη, έγινε Πρόεδρος της Μουσικής, δηλ. καλλιτεχνικός διευθυντής, έχοντας αναλάβει τη διδασκαλία των ανωτέρων θεωρητικών και του πιάνου.

Ο Ανδρώνης εισήγαγε, πιο δυναμικά από κάθε άλλον σύγχρονό του, στην λιμνάζουσα για μια μικρή χρονική περίοδο μουσική ζωή της Κέρκυρας, τις επιδράσεις που είχε δεχθεί από την Κεντρική Ευρώπη και ειδικότερα από την μουσική της Γερμανίας. Η κίνηση αυτή είναι τοποθετημένη στο πλαίσιο των μουσικών αλλαγών που έλαβαν χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα τόσο στην Νάπολη από τον Martucci όσο και στον Ιταλικό βορρά.

Η σύγκρουση του Ανδρώνη με το κερκυραϊκό μουσικό κατεστημένο ήταν αναπόφευκτη. Η προσκολληση της Κέρκυρας στην ξεπερασμένη μουσική του πρώιμου ρομαντισμού αλλά και η ιδιαίτερα σκληρή μουσική αντιπαράθεση του Ανδρώνη με τους επικριτές του, που καθημερινά κορυφώνονταν ακόμη και μέσω του τύπου της εποχής, είχε σαν αποτέλεσμα την μουσική απομόνωση του.

Το 1902 επανέρχεται ως μέλος της Θεατρικής Επιτροπής του Νέου Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας να εισηγηθεί το ανέβασμα της όπερας Lohengrin του Richard Wagner για τα εγκαίνια του νεόκτιστου θεάτρου στις 7 Δεκεμβρίου του 1902. Έφτασε λοιπόν ο Ανδρώνης, έπειτα και από την προσπάθεια του πρόωρα χαμένου Διον. Ροδοθεάτου, να θεωρείται ο εισηγητής της εν πολλοίς άγνωστης γερμανικής μουσικής στην Κέρκυρα. Ορόσημο παραμένει η πρώτη εκτέλεση στην Κέρκυρα της Συμφωνίας αρ. 1 του L. van Beethoven με την ορχήστρα της Φιλαρμονικής Εταιρείας, υπό τη διεύθυνση του ιδίου του Ανδρώνη, το 1907 που αποτέλεσε και την πρώτη συναυλία συμφωνικής γερμανικής μουσικής στην Κέρκυρα. Ο ίδιος ο Ανδρώνης, στα πολυάριθμα ρεσιτάλ πιάνου που έδινε, ερμήνευε με υψηλή δεξιότητα, έργα Mozart, Beethoven, Chopin κ.α.

Παρά την πρωτοποριακή δραστηριότητά του ο Ανδρώνης εγκατέλειψε την Κέρκυρα και εγκαταστάθηκε στην πόλη Francavila στην Νότια Ιταλία όπου και δολοφονήθηκε το 1914.

Ο Σωτήριος Κρητικός (Κέρκυρα 1888 – 1945) αφιέρωσε όλη τη δημιουργία του στην μπάντα. Μαθήτευσε στην Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, στην ορχήστρα της οποίας υπήρξε κορνίστας και συνέχισε τις σπουδές του στο Εθνικό Ωδείο με τον Μανώλη Καλομοίρη. Υπήρξε ο πρώτος πτυχιούχος του Εθνικού Ωδείου στα ανώτερα θεωρητικά και τη διεύθυνση μπάντας. Διετέλεσε αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Εταιρείας «Μάντζαρος» από το 1926 ως το 1932 και από το 1933 ως το θάνατο του το 1945. Υπηρέτησε επίσης ως καθηγητής μουσικής στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα έπαιζε κόρνο στις ορχήστρες των μελοδραματικών θιάσων που επισκέπτονταν την Κέρκυρα. Επίσης δίδαξε ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείον Κερκύρας.

Το έργο του αποτελείται κυρίως από έργα για μπάντα όπως θριαμβευτικά και πένθιμα εμβατήρια αλλά και μεγαλύτερης έκτασης έργα όπως το Divertimento που εκτελούνται συχνά από την ορχήστρα πνευστών της Φιλαρμονικής «Μάντζαρος». Επίσης έχει μεταγράψει εκτενή αποσπάσματα όπερας για μπάντα, κυρίως γερμανικής, όπως η μεγάλη επιλογή από την όπερα Lohengrin του Richard Wagner. Ο επηρεασμός του από την γερμανική μουσική, που προσπάθησε και αυτός να καθιερώσει μέσω του μπαντιστικού ρεπερτορίου στην Κέρκυρα, είναι εμφανής σε όλα τα έργα του αλλά και τις ενορχηστρωτικές δουλειές του.

συνεχίζεται…